Τόσο πολύ
μας έχουν ταλαιπωρήσει με τη θεωρία των δύο άκρων οι κυβερνώντες και τα μουμουε.
Τι λέει αυτή η θεωρία, λοιπόν; Ότι υπάρχει στο κέντρο το κράτος. Το κράτος της
νομιμότητας, του δικαίου, των ίσων αποστάσεων και της αξιοκρατίας (το οποίο να
θυμίσω ότι κυβερνάται από Σαμαρά, Δένδια, Γεωργιάδη, Βορίδη – καθόλου
ακροδεξιοί!) και εκεί έξω τέλος πάντων υπάρχουν κάποια εξτρεμιστικά στοιχεία –
ακραία – τα οποία διασαλεύουν την κοινωνική τάξη και ησυχία. Από τη μια μεριά,
λοιπόν οι αναρχικοί και οι συριζαίοι και από την άλλη οι χρυσαυγίτες νεοναζί.
Καλά όλα τα άλλα αλλά κάποιος θέλω να μου εξηγήσει πως ο σύριζα προκύπτει ως
ακραίο στοιχείο; Οι φλώροι; Οι αρενίτες; Όποιος λίγο ξέρει τι εστί νεολαία
σύριζα γελάει. (Πάλι καλά που τους επιτίθεται και η αστυνομία τώρα τελευταία να
ανέβει λίγο το “αγωνιστικό” της προφίλ). Τέλος πάντων. Δε θέλω να σχολιάσω όμως
το ανυπόστατο αυτής της ανάλυσης που ανέφερα πιο πάνω απλά – όπως λέω και στον
τίτλο – να παρουσιάσω μια καινούρια θεωρία των δύο άκρων, τη δικιά μου .. που
φυσικά είναι και καλύτερη από τη δικιά τους.
Έχουμε και
λέμε, λοιπόν.
Άκρο ν.1: Σε αυτή τη μεριά του κοινωνικού βρίσκονται όλοι εκείνοι που αράζουν στις καφετέριες με τις ώρες, δεν έχουν ιδέα τι εστί επιχειρηματολογία, που ξόδεψαν τα νεανικά τους χρόνια στα σκυλάδικα και στα κλαμπ, ξοδεύουν άπειρες ώρες με το τι έκανε η τάδε και ο τάδε, ποιος γαμήθηκε με ποιον, τι φόρεσε αυτή στο πάρτυ, ανεβάζουν φωτογραφίες στο fb από κάθε μέρος που πάνε και μας δείχνουν πόσο καλά περνάνε, βαριούνται τη ζωή τους, δεν έχουν ενδιαφέροντα, δεν έχουν άποψη για τίποτε, δεν προβληματίζονται, δεν τους αφορά τι γίνεται παραέξω, στις ελάχιστες περιπτώσεις που εκφέρουν άποψη είναι μια άποψη που δεν μπορούν να τη στηρίξουν για πάνω από 30 δευτερόλεπτα, είναι όλοι αυτοί οι αδιάφοροι, οι ξενέρωτοι, που βαριέσαι να πιάσεις κουβέντα μαζί τους, που δεν έχουν τίποτα να σου πουν, το “νεκρό βάρος της ιστορίας” όπως έγραφε και ο Γκράμσι.
Άκρο ν.1: Σε αυτή τη μεριά του κοινωνικού βρίσκονται όλοι εκείνοι που αράζουν στις καφετέριες με τις ώρες, δεν έχουν ιδέα τι εστί επιχειρηματολογία, που ξόδεψαν τα νεανικά τους χρόνια στα σκυλάδικα και στα κλαμπ, ξοδεύουν άπειρες ώρες με το τι έκανε η τάδε και ο τάδε, ποιος γαμήθηκε με ποιον, τι φόρεσε αυτή στο πάρτυ, ανεβάζουν φωτογραφίες στο fb από κάθε μέρος που πάνε και μας δείχνουν πόσο καλά περνάνε, βαριούνται τη ζωή τους, δεν έχουν ενδιαφέροντα, δεν έχουν άποψη για τίποτε, δεν προβληματίζονται, δεν τους αφορά τι γίνεται παραέξω, στις ελάχιστες περιπτώσεις που εκφέρουν άποψη είναι μια άποψη που δεν μπορούν να τη στηρίξουν για πάνω από 30 δευτερόλεπτα, είναι όλοι αυτοί οι αδιάφοροι, οι ξενέρωτοι, που βαριέσαι να πιάσεις κουβέντα μαζί τους, που δεν έχουν τίποτα να σου πουν, το “νεκρό βάρος της ιστορίας” όπως έγραφε και ο Γκράμσι.
Άκρο ν.2: Το
άλλο άκρο είναι αυτοί οι άνθρωποι που ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του
προσωπικού τους χρόνου σε αυτό που απ’ το σχολείο αποκαλούμε “τα κοινά”. Αυτοί
που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ενδιαφέρονται για το τι γίνεται έξω από το
σπίτι τους, που θέλουν να μαθαίνουν τι γίνεται στο κόσμο, που προσπαθούν να
συνδέσουν το προσωπικό τους με το ευρύτερο κοινωνικό, αυτοί που θέλουν να
παρέμβουν στη κοινωνία και να την αλλάξουν με όποιο τρόπο θεωρεί ο καθένας. Απ’
τη καλή κι απ’ την ανάποδη. Όλοι αυτοί που θα λέγαμε έτσι απλοϊκά κάνουν “πολιτική”.
Στο πρώτο
άκρο, συνωστίζονται οι τηλεθεατές των πάλαι ποτέ reality shows (άραγε υπάρχουν ακόμα τέτοια;), οι
θαμώνες της Πάολα, του Θάνου Πετρέλη (κοίτα ονόματα που θυμάμαι, ποιος ξέρει τι
τραύματα μου έχουν μείνει;), οι κάγκουρες πάσης φύσεως και άλλοι πολλοί που
βαριέμαι να καταμετρήσω.
Στο άλλο
άκρο, παραδόξως θα σκεφτείς, συνωστίζονται οι αναρχικοί, οι χρυσαυγίτες, οι
επαγγελματίες πολιτικοί, κομματικά μέλη, δραστήριοι χριστιανοί και διάφοροι
άλλοι. Ναι, όσο και αν σε ξενίζει!
Αυτή η
απλούστευση βέβαια μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις. Το κριτήριο για να μη
παρεξηγηθούμε είναι το εξής: Πόσο χρόνο αφιερώνει κάποιος (όπου κάποιος =
πρόσωπο/κοινωνική ομάδα) σε αυτό που είπαμε; Στα “κοινά”; Με όποιον τρόπο ο
καθένας το καταλαβαίνει αυτό. Όσο λιγότερο ή καθόλου χρόνο τότε βρίσκεται κοντά
ή ακριβώς στο πρώτο άκρο. Όσο περισσότερο, τότε είναι κοντά στο δεύτερο.
Έτσι έχουμε
από τη μια το Σαμαρά, τους αναρχικούς, τους χρυσαυγίτες, τους δημαρίτες (λέμε
τώρα και καμιά μαλακία!) κτλ κτλ να παίζουν μπάλα μεταξύ τους, να συγκρούονται,
να συγκροτούν συμμαχίες, ο καθένας να τραβάει το πράγμα προς τη μεριά που
νομίζει αυτός, να δέρνονται και κάθε φορά τα πράγματα να ηρεμούν σε κάποια
λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε όλους αυτούς τους συσχετισμούς δυνάμεων. Η αστυνομία
σε όλο αυτό φυσικά δεν είναι κάτι ουδέτερο που παρεμβαίνει ενίοτε αλλά είναι
μέρος μιας ομάδας, αυτής των κεφαλαιοκρατών, που έχουν προσλάβει τους αστυνομικούς
και τους πολιτικούς για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά και στις θερμές περιόδους
προσλαμβάνουν και εποχιακούς (χρυσαυγίτες) για να σβήσουν τη κοινωνική
πυρκαγιά.
Από την
άλλη, οι αδιάφοροι αράζουν και παρακολουθούν τους άλλους να πλακώνονται,
σχολιάζουν, το παίζουν έξυπνοι και μόλις δούνε κάποιον να υπερισχύει τσουπ!
σπεύδουν να γλείψουν και να στηρίξουν όχι απλά για την περίπτωση που μπορούν να
επωφεληθούν άμεσα αλλά απλά και μόνο για να βρίσκονται από τη πλευρά των
νικητών, για να νιώθουν κάπου μια ασφάλεια. Οι αδιάφοροι είναι μικρά παιδιά που
δεν θέλουν να ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού, αυτά είναι για τους
μεγάλους. Δε θέλουν ευθύνες. Θα τα κάνουν οι μεγάλοι αυτά.
Πως
συσχετίζονται τα δυο άκρα, λοιπόν;
Στο δεύτερο άκρο, αυτό που είπαμε πως ασχολείται με τα κοινά ή ασκεί “πολιτική” θα μπορούσε να πει κάποιος υπάρχει ένας γεωγραφικός πολιτικός χάρτης για να συνεννοούμαστε. Ας πούμε αυτός που ορίζεται από τα δεξιά από το ναζισμό, φασισμό, από τα αριστερά από τον ελευθεριακό κομμουνισμό και την αταξική κοινωνία.
Όσο πιο δεξιά
πας –προς το φασισμό – τόσο το δεύτερο άκρο ζητάει λιγότερα από το πρώτο. Του
λέει απλά: “Θα τα αναλάβουμε εμείς όλα,
θέλουμε να κάνεις 2-3 πραγματάκια, να είσαι εργατικός, να βγαίνει κέρδος, να
είσαι υπάκουος και μη σ’ απασχολεί τίποτα”. Όσο πας προς τα αριστερά και
την ελευθεριακότητα, την αυτονομία και τα λοιπά τόσα περισσότερα το μέρος αυτό
του δεύτερου άκρου ζητάει από το πρώτο. Για την ακρίβεια, τα ζητά όλα. Ο
αναρχικός, για παράδειγμα, έρχεται και λέει στους αδιάφορους ότι παιδιά πρέπει
να αναλάβουμε πλήρως την ευθύνη των ζώων μας. Και αυτή είναι η δυσκολία. Είναι
πολύ πιο εύκολο οι φασίστες να πείσουν τους αδιάφορους παρά οι αναρχικοί. Γιατί
το πρώτο είναι εύκολο, το δεύτερο απαιτεί να αναλάβεις ευθύνη. Και η ευθύνη
σημαίνει πράξη, γνώση, κίνηση, ξεβόλεμα.
Αυτή η
θεωρία των δύο άκρων εξηγεί πολύ καλά και γιατί τα προτάγματα των πιο
ριζοσπαστικών κινημάτων πάντα κατηγορούνται ως ουτοπίες, γιατί η άνοδος του
φασισμού συμβαίνει στους καιρούς της ανασφάλειας. Όταν οι ανεύθυνοι-αδιάφοροι
μένουν χωρίς μπαμπά και μαμά να αναλαμβάνουν την ευθύνη της δικιάς τους
ύπαρξης, να φέρνουν φαί στο σπίτι κτλ. τότε πέφτουν στην αγκαλιά αυτών που θα
τους τα παρέχουν με όσο το δυνατόν λιγότερο κόπο από τη μεριά τους. Αυτοί οι
αδιάφοροι δε συγκινούνται ούτε από ελευθερίες, ούτε από νεκρούς στα σύνορα ούτε
από τίποτα. Απλά θέλουν να το σπιτάκι τους, την ασφάλειά τους, να βολεύονται
και “δε βαριέσαι αδερφέ!” Δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι πάει να πει ελεύθερη ζωή,
να χτυπάει η καρδιά σου από έρωτα, να θες να πάρεις το κορίτσι σου και να
ταξιδέψετε στα πέρατα του κόσμου. Είναι φλώροι, δειλοί και παρτάκηδες.
Αυτά είναι,
λοιπόν, τα δύο άκρα στην κοινωνία. Οι αδιάφοροι-ανεύθυνοι που αράζουν στην
εξέδρα και κοιτάζουν το ματς από τις κερκίδες και περιμένουν από το άλλο άκρο
να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, να φέρει το φαϊ στο σπίτι.



